Από παράδειγμα δημοκρατίας, οι ΗΠΑ έχουν μετατραπεί σε παράδειγμα… προς αποφυγή για πολλές χώρες του πλανήτη, υποστηρίζουν σε πρόσφατη ανάλυσή τους οι Times της Νέας Υόρκης, με αφορμή την παγκόσμια ανησυχία γύρω (και) από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Στην Ταϊβάν, ο Λιν Γεϊ-χσουάν περιγράφει στην αμερικανική εφημερίδα τις πρώτες εκλογές που βίωσε ως παιδί: μια ανοιχτή διαδικασία μετά από δεκαετίες στρατιωτικού νόμου, που εξυπηρετούσε τον διπλό στόχο της οικοδόμησης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη δημοκρατία και την εξασφάλιση της υποστήριξης των ΗΠΑ απέναντι στην επιθυμία της Κίνας για ένωση με το νησιωτικό κράτος.

  • Διαβάστε επίσης: Εκλογές ΗΠΑ: Πώς μπορούν να αφυπνίσουν την Ελλάδα

Εκείνη την εποχή, όπως λέει, η Αμερική αποτελούσε πρότυπο για την Ταϊβάν. Όμως πλέον, πολλές από τις δημοκρατίες που κάποτε αναζητούσαν στις ΗΠΑ το μοντέλο εξυγίανσής τους, πλέον ανησυχούν ότι το ισχυρό κράτος έχει χάσει τον δρόμο του. Αναρωτιούνται γιατί η υπερδύναμη που έγινε συνώνυμη της καινοτομίας πλέον αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον βαθύ διχασμό της, εκλέγοντας έναν πρόεδρο που διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις περί νοθείας, και τις οποίες, ακόμη και μετά την ήττα του, υιοθετούν πλατιά στρώματα του ρεπουμπλικανικού κόμματος και του εκλογικού σώματος.

«Η δημοκρατία πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό της» , υποστηρίζει ο 26χρονος Λιν, πολιτευτής πλέον στη δημοκρατία της Ταϊβάν. «Πρέπει να δούμε τι κάνουμε μέχρι τώρα και να το βελτιώσουμε».

Φόβοι πως οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τη δημοκρατία

Για το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ περνούν σχετικά αδιάφορες – όμως αποτελούν και άλλη μια ένδειξη αυτού που ορισμένοι αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα. Ιδίως σε χώρες που έχουν καταφέρει να ενισχύσουν τις δημοκρατικές τους διαδικασίες, συνεντεύξεις ερευνητών, αξιωματούχων και ψηφοφόρων δείχνουν ότι υπάρχουν φόβοι πως οι ΗΠΑ κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση και απομακρύνονται από τα ίδια τα ιδανικά που αποτελούν τον πυρήνα τους.

Αρκετοί από τους επικριτές της σημερινής αμερικανικής πολιτικής σκηνής επικαλούνται τις εξεγέρσεις της 6ης Ιανουαρίου, μια βίαιη απόρριψη των δημοκρατικών ειωθότων για την ειρηνική παράδοση της εξουσίας. Άλλοι εκφράζουν ανησυχίες για τα εμπόδια που δημιουργούν οι πολιτείες στην ψήφο των πολιτών. Και αρκετοί είναι εκείνοι που φοβούνται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο πέφτει θύμα του κομματικού ανταγωνισμού, όπως οι δικαστικές αρχές στα κράτη που παλεύουν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητα δικαστήρια.

«Οι ΗΠΑ δεν βρέθηκαν στη σημερινή τους κατάσταση μέσα σε μια μέρα», εξηγεί στους Times ο Χέλμουτ Κ. Ανχάιερ, καθηγητής κοινωνιολογίας στη Σχολή Hertie στο Βερολίνο και ένας εκ των κύριων ερευνητώνγια τον Δείκτη Διακυβέρνησης Berggruen, μια μελέτη 134 κρατών, στο πλαίσιο της οποίας η Αμερική βρέθηκε μια θέση κάτω από την Πολωνία αναφορικά με την ποιότητα ζωής. «Πήρε καιρό να φτάσουν εκεί και θα πάρει καιρό για να ξεφύγουν από εκεί».

Σκληρή κριτική από παλιούς φίλους

Μιλώντας με κατοίκους του Χάλιφαξ του Καναδά, οι Times διαπίστωσαν ότι επικρατεί πικρία, απογοήτευση και έκπληξη για την πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ.

«Ανησυχώ πολύ», δήλωσε η Μέρι Λου Μακίνες, νοσηλεύτρια. «Ποτέ δεν πίστευα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ, όμως νομίζω ότι μπορεί να μετατραπεί σε αυταρχικό καθεστώς στο μέλλον».

Το 1991, μελέτες έδειχναν ότι όταν καλούνταν να απαντήσουν ποια από τις δυο χώρες είχε το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης, οι Καναδοί μοιράζονταν σχεδόν 50-50. Όμως σε αντίστοιχη έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέρσι, μόλις το 5% δήλωσε ότι προτιμούσε το αμερικανικό σύστημα.

Για ορισμένους, στον Καναδά και άλλα κράτη που θεωρούν τους εαυτούς τους στενούς φίλους της Αμερικής, τα πρώτα σημάδια κινδύνου έγιναν ορατά στην προεκλογική εκστρατεία του 2000, όταν ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ νίκησε οριακά τον Αλ Γκορ χάρη σε μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Για άλλους, ήταν η νίκη του Τραμπ στις εκλογές του 2016, παρά την ήττα του στη λαϊκή ψήφο, σε συνδυασμό με την άρνησή του να δεχτεί την ήττα του το 2020 και η έλλειψη συνεπειών για εκείνους που αναπαρήγαγαν τα ψεύδη του, συμπεριλαμβανομένων και εκατοντάδων Ρεπουμπλικάνων υποψηφίων στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.

«Πολλοί άνθρωποι φαντάζονταν ότι ο Τραμπ ήταν μια ιδιορρυθμία και πως, όταν θα έφευγε, όταν δεν θα ήταν πια πρόεδρος, όλα θα επέστρεφαν στην κανονικότητα», εξηγεί στους Times ο Μάλκολμ Τέρνμπουλ, ο κεντροδεξιός πολιτικός και πρόεδρος της Αυστραλίας κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ. «Προφανώς, δεν έχουν έτσι τα πράγματα».

«Είναι σα να βλέπεις ένα μέλος της οικογένειάς σου, το οποίο αγαπάς πάρα πολύ, να αυτοτραυματίζεται», προσθέτει. «Είναι απελπιστικό».

Άλλες χώρες λειτουργούν διαφορετικά, τονίζουν οι Times.

Αντιπαραδείγματα

Ο Καναδάς κάνει σταθερά βήματα για τη βελτίωση του εκλογικού του συστήματος. Το 1920, η χώρα έθεσε τις ομοσπονδιακές εκλογές υπό τον έλεγχο ανεξάρτητου αξιωματούχου που δεν αναφέρεται σε καμιά κυβέρνηση ή πολιτικό και έχει την εξουσία να τιμωρεί όσους παραβιάζουν το Νόμο. Οι ευθύνες για τον ορισμό των εκλογικών περιφερειών έχει παραδοθεί σε 10 αντιστοίχως ανεξάρτητες επιτροπές, μια για κάθε επαρχία, από το 1964.

Η Ταϊβάν και περισσότερες από δέκα χώρες έχουν επίσης δημιουργήσει ανεξάρτητα σώματα για τη χάραξη εκλογικών περιφερειών και τη διασφάλιση ότι οι ψήφοι ρίχνονται και καταμετρώνται ομοιόμορφα και δίκαια.

Η προσέγγιση αυτή επίσης είναι ευάλωτη από ορισμένες απόψεις, παρατηρούν οι Times. Η Νιγηρία, το Πακιστάν και η Ιορδανία έχουν ανεξάρτητες εκλογικές επιτροπές. Πολλές από τις εκλογικές τους διαδικασίες, όμως, έχουν αποδειχθεί ανελεύθερες και αναξιόπιστες.

Όμως σε περιοχές όπου οι μελέτες δείχνουν ότι τόσο η προσέλευση όσο και η ικανοποίηση από τη διαδικασία βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα, οι εκλογές βρίσκονται υπό την εποπτεία εθνικών σωμάτων που είναι σχεδιασμένα ώστε να μην είναι πολιτικοποιημένα, αλλά συμπεριληπτικά. Περισσότερα από 100 κράτη του κόσμου διαθέτουν κάποιου είδους υποχρεωτική ή αυτόματη καταγραφή ψηφοφόρων. Γενικώς, οι δημοκρατίες διευκολύνουν την ψήφο τα τελευταία χρόνια, δεν τη δυσχεραίνουν.

Αυστηροί εκλογικοί νόμοι

Οι πλουσιότερες δημοκρατίες του πλανήτη έχουν ορίσει επίσης αυστηρότερα όρια στις χορηγίες των προεκλογικών εκστρατειών. Στον Καναδά, οι δωρεές εταιρειών και σωματείων προς πολιτικούς απαγορεύονται, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις εκστρατείες πολιτικής δράσης που προωθούν κόμματα ή υποψηφίους. Και πολλές δημοκρατίες έχουν προχωρήσει σε αλλαγές.

Η Νέα Ζηλανδία άλλαξε ριζικά το εκλογικό της σύστημα στη δεκαετία του ’90, αφού πραγματοποίησε σχετικό δημοψήφισμα, έπειτα από μια εκλογική διαδικασία στην οποία το κόμμα με τις περισσότερες ψήφους δεν κατάφερε να κατακτήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η Νότια Αφρική επιχειρεί να μεταρρυθμίσει το εκλογικό της σύστημα που στηρίζεται στα κόμματα, ώστε να διευκολύνει τη συμμετοχή – και την εκλογή – ανεξάρτητων υποψηφίων.

Τέτοιου είδους συστημικές αλλαγές θα μπορούσαν να υλοποιηθούν στις ΗΠΑ μόνο με μαζική υποστήριξη από τη Γερουσία, ενώ ακόμη και τότε θα μπορούσαν να αποδειχθούν αδιανόητες για μια χώρα στην οποία η χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών προστατεύεται ως… μορφή ελεύθερης έκφρασης και οι πολιτείες λατρεύουν την εξουσία τους επί των εκλογών, σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα σχεδιασμένο ως φρούριο έναντι του αυταρχισμού.

Η παγίδα του «αμερικανικού εξαιρετισμού»

Η Τζένιφερ Μακόι, πολιτική επιστήμονας στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια και μια εκ των συγγραφέων πρόσφατης έκθεσης για το πώς χώρες που υπέφεραν από την πόλωση στο παρελθόν κατάφεραν να την αντιμετωπίσουν, λέει στους Times ότι οι κομματικοί διαχωρισμοί έχουν κρατήσει τις ΗΠΑ στάσιμες, ενώ το ίδιο ισχύει και για τη μυωπική τους στάση. Οι ΗΠΑ, τονίζει, σπανίως αναζητούν έμπνευση στο εξωτερικό.

«Έχουμε αναπτύξει έναν τεράστιο μύθο γύρω από το σύνταγμά μας και τον αμερικανικό εξαιρετισμό», εξηγεί. «Πρώτα από όλα, αυτό κάνει τους ανθρώπους να εφησυχάζουν και δεύτερον κάνει τους ηγέτες να αργούν πολύ να αναγνωρίσουν τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε. Πράγμα που σημαίνει ότι είναι δύσκολο να προσαρμοστούμε».

Η δημοκρατία αποδυναμώνεται σε όλο τον κόσμο

Ένα πρόσφατο πρωινό στο Βίλνιους, την πρωτεύουσα της Λιθουανίας, μια ομάδα διαδηλωτών ανέμιζε ουκρανικές σημαίες και πλακάτ που απαιτούσαν το τέλος της ρωσικής επιθετικότητας.

Η Λιθουανία είναι ένθερμος σύμμαχος των ΗΠΑ και ανοιχτός υποστηρικτής της μάχης της Ουκρανίας για την εθνική κυριαρχία της, όμως ακόμη και εκεί, οι αμφιβολίες για την ισχύ και το μέλλον της δημοκρατίας υπό αμερικανική ηγεσία είναι συνηθισμένες.

Ο Αρκάντιους Βινοκούρας, ένας 70χρονος ηθοποιός και ακτιβιστής, συμμετέχει στην οργάνωση των διαδηλώσεων. Όταν ρωτήθηκε από τους Times τι σκέφτεται ακούγοντας τη φράση «αμερικανική δημοκρατία», απάντησε ως εξής: «Η Αμερική είναι ο υπερασπιστής της παγκόσμιας δημοκρατίας και εγγυητής της ζωτικότητας των δυτικών δημοκρατιών».

Έτσι έμοιαζαν τα πράγματα πριν από 20 χρόνια. Όμως έκτοτε, αναφέρουν οι Times, μεσολάβησε ένας Πούτιν, ένας Τραμπ και μια διχασμένη Αμερική.

«Τώρα», είπε ο Βινοκούρας, «ακόμη και οι μεγαλύτεροι θαυμαστές των ΗΠΑ αναρωτιούνται: Πώς κατέληξε εκεί ο εγγυητής της δημοκρατίας;»

Πρόκειται για συνηθισμένη απορία στα κράτη που κάποτε θαύμαζαν τις ΗΠΑ.

Την Πέμπτη, στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Cheikh Anta Diop στο Ντακάρ της Σενεγάλης, φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο γραφείο ενός καθηγητή για να συζητήσουν αν οι εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσαν να νοθευτούν.

«Η αμερικανική δημοκρατία είναι σίγουρα πιο αδύναμη μετά τον Τραμπ», υποστήριξε ο Σουλεϊμανέ Κασέ, ένας 23χρονος φοιτητής.

Χώρος για τον αυταρχισμό

Ορισμένοι από τους παγκόσμιους ηγέτες έχουν εκμεταλλευτεί αυτό που αντιλαμβάνονται επίσης ως αδυναμία. Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, εκλεγμένοι ηγέτες με αυταρχικές τάσεις, έχουν επαινέσει τον Τραμπ και τους υποστηρικτές του στο ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Στην Ινδία, ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι, που ακολουθεί μια ινδουιστική εθνικιστική ατζέντα, προκαλώντας καταγγελίες για υπονόμευση της δημοκρατίας, τώρα επιμένει ότι η Δύση δεν είναι σε θέση να ασκήσει πιέσεις στην οποιαδήποτε χώρα για τις δημοκρατικές της αρχές.

Από τη Μιανμάρ μέχρι το Μάλι, ηγέτες στρατιωτικών καθεστώτων έχουν επίσης ανακαλύψει ότι μπορούν να ανατρέψουν τη δημοκρατία χωρίς να αντιμετωπίσουν ουσιαστικές αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο.

«Αν είσαι δικτάτορας ή επίδοξος δικτάτορας, το τίμημα που πληρώνεις είναι πολύ μικρότερο τώρα, σε σχέση με 30 χρόνια πριν», παρατηρεί μιλώντας στους Times ο Κέβιν Κάσας-Ζαμόρα, πρώην αντιπρόεδρος της Κόστα Ρίκα και επικεφαλής του Διεθνούς Ινστιτούτου για τη Δημοκρατία και την Εκλογική Υποστήριξη, μια φιλοδημοκρατική οργάνωση με 34 κράτη-μέλη. «Και για αυτό ευθύνονται και οι ΗΠΑ».

Αντιδημοκρατικά ρεύματα εντός των δημοκρατιών

Ακόμη και οι μεταρρυθμιστές αρχίζουν να αναρωτιούνται τι μπορούν να περιμένουν πραγματικά από τους θεσμούς τους. Στη Νότια Αφρική, όταν εξελέγη ένας νέος ανώτατος δικαστικός πριν από λίγους μήνες, υπήρξαν ερωτήματα για το κατά πόσον οι δικαστικές αρχές είναι μη πολιτικοποιημένες ή ακόμη και για το αν θα μπορούσαν να είναι.

Όλες αυτές οι χώρες και ακόμη περισσότερες, αντιμετωπίζουν μια τεράστια πρόκληση που γίνεται πιο σαφής εξαιτίας της Αμερικής: αντιδημοκρατικά ρεύματα εντός των δημοκρατιών τους.

Ο Βινοκούρας δήλωσε στους Times ότι η Λιθουανία και τα γειτονικά της κράτη έχουν εντονότερες αντιστάσεις σε αυτό το φαινόμενο επειδή μπορούν να δουν πού οδηγεί, ρίχνοντας απλώς μια ματιά στον γείτονά τους.

«Το γεγονός ότι ο λαϊκισμός δεν είναι ακόμη δημοφιλής στη Λιθουανία οφείλεται στη φασιστική Ρωσία», είπε χαρακτηριστικά.

Αυτό που χρειάζονται οι δημοκρατίες, πρόσθεσε, είναι επενδύσεις σε βελτιώσεις – στις καλύτερες ιδέες, από όπου και αν προέρχονται – και μια ισχυρή δέσμευση στον εξοστρακισμό εκείνων που παραβιάζουν κανόνες και νόμους.

«Γενικώς, η δημοκρατία έχει εκφυλιστεί, έχει καταστεί άχρηστη», τόνισε. «Μοιάζει περισσότερο με αναρχία. Η απεριόριστη ανοχή στα πάντα καταστρέφει τα θεμέλια της δημοκρατίας».

Στην Ταϊβάν, αρκετοί είναι εκείνοι που προβάλλουν το ίδιο επιχείρημα. Η απειλή της Κίνας καθιστά τη δημοκρατία ακόμη πιο πολύτιμη και βοηθά τους ανθρώπους να θυμούνται ότι τα πλεονεκτήματά της μπορούν να γίνουν πράξη μόνο μέσω των πραγμάτων που γεφυρώνουν τα χάσματα.

«Για να καταφέρει αυτή η χώρα να συνεχίσει να προοδεύει», δήλωσε ο Λιν, «οι ηγέτες και των δυο κομμάτων θα πρέπει να παίξουν τον ρόλο της γέφυρας».