Χ. Σταϊκούρας για προτάσεις Κομισιόν: Αναγκαία η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών

Την ανάγκη κοινών, ρεαλιστικών κανόνων, οι οποίοι να διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους και, παράλληλα, να ενισχύουν τη βιώσιμη, χωρίς αποκλεισμούς οικονομική μεγέθυνση στην Ευρώπη, μέσω της υλοποίησης επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, υπογραμμίζει ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, σχολιάζοντας τις κατευθυντήριες γραμμές που παρουσίασε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πρόταση της Ε.Ε. «αναγνωρίζει την ανάγκη σημαντικών αλλαγών στο ισχύον πλαίσιο και συμβάλλει ώστε οι σχετικές συζητήσεις να πραγματοποιηθούν σε εποικοδομητική βάση», σημειώνει υπουργός Οικονομικών Χρήστος και προσθέτει: «Η Ελλάδα συμμετέχει – και θα συνεχίσει να συμμετέχει – στις συζητήσεις αυτές ενεργά και δημιουργικά, με υπεύθυνες και εμπεριστατωμένες προτάσεις και με στόχο η νέα οικονομική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διασφαλίζει ότι η μεσο-μακροπρόθεσμη ευστάθεια και βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών θα συνδυάζεται με την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης».

Αξίζει να σημειωθεί ότι το σχέδιο της Ε.Ε. θέτει νέους κανόνες για το Σύμφωνο Σταθερότητας οι οποίοι θα προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε οικονομίας. Με το νέο πλαίσιο εάν ένα κράτος-μέλος υπερβαίνει το όριο του 60% στο χρέος, μπαίνει σε καθεστώς επιτροπείας από την Κομισιόν υποβάλλοντας σχέδιο απομείωσης σε βάθος τεσσάρων ετών.

Το σχέδιο θα συνοδεύεται από ρήτρες για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που θα τονώνουν την ανάπτυξη και θα βάζουν σε πτωτική τροχιά το χρέος που υπολογίζεται ως αναλογία του ΑΕΠ. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα θα αξιολογείται σε ετήσια βάση παράλληλα με το στόχο για 3% του ΑΕΠ έλλειμμα, ο οποίος διατηρείται ως έχει. Σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων η Κομισιόν θα επιβάλει αυστηρότερα μέτρα λιτότητας ή οικονομικές κυρώσεις ( στέρηση κοινοτικών κονδυλίων κλπ.).

Από το νέο κείμενο της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διεγράφη ο κανόνας του «ενός εικοστού» που εισήχθη μετά την κρίση χρέους στην ευρωζώνη και προβλέπει πως μια χώρα πρέπει να μειώνει το χρέος της κατά το 1/20, της διαφοράς μεταξύ του υπάρχοντος χρέους και του ορίου 60% του ΑΕΠ τον χρόνο, έτσι ώστε σε μια εικοσαετία να έχει επανέλθει στα όρια του Συμφώνου.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι διευκολύνεται η τήρηση των νέων κανόνων, καθώς έχει προηγηθεί (ελέω μνημονίων) ρύθμιση του χρέους το οποίο παρουσιάζει πλέον σταθερή αποκλιμάκωση. Το 2026 υπολογίζεται κοντά στην περιοχή του 140% του ΑΕΠ από 169% του ΑΕΠ φέτος και 193% του ΑΕΠ που ήταν το 2021. Η κατάσταση διευκολύνεται και από το γεγονός ότι οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση που αποτελούν βασικό κριτήριο για την βιωσιμότητά του θα παραμείνουν κοντά στο όριο του 10% ως το 2040.

Συνεπώς στο υπουργείο Οικονομικών εστιάζουν στα πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να καλύπτονται οι ετήσιες δαπάνες για τους τόκους των 5 δισ. ευρώ και να μην είναι θηλιά για την οικονομία, η οποία θα πρέπει να «τρέχει» με ταχύτητες 1,5% – 2% το χρόνο. Επισημαίνεται ότι η συμφωνία του 2018 για το χρέος προβλέπει πλεονάσματα 3% το 2023, 2,5% το 2024 και 2,2% κατά μέσο όρο ως το 2060 τα οποία μετά την πανδημία και τη αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας έχουν μπει σε τροχιά αναθεώρησης.

Ρεπορτάζ: Κώστας Τσάβαλος

Πηγή: ertnews.gr